διαείδω

διαείδω
(I)
διαείδω (Α)
1. διακρίνω
καταδεικνύω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *διαFείδω. Το β' συνθετικό τής λ. *είδω δεν μαρτυρείται ως ενεργ. αλλά απαντά μόνο μέσο είδομαι*].
————————
(II)
διαείδω και αττ. τ. διᾴδω (Α) [αείδω]
1. διαγωνίζομαι με κάποιον στο τραγούδι
2. κάνω παραφωνία
3. τραγουδώ τα μέρη μεταξύ τών διαλόγων.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • διᾴδοντα — διαείδω 2 discern pres part act neut nom/voc/acc pl διαείδω 2 discern pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διίστων — διαείδω 1 discern perf imperat act 3rd dual διαείδω 1 discern perf imperat act 3rd pl διιστάω imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) διιστάω imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαείδεται — διαείδω 2 discern pres ind mp 3rd sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαείδονται — διαείδω 2 discern pres ind mp 3rd pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαισθήσεται — διαείδω 2 discern fut ind pass 3rd sg διαισθάνομαι perceive distinctly fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διειδέναι — διαείδω 1 discern perf inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διᾴδοντες — διαείδω 2 discern pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διᾴσασθαι — διαείδω 2 discern aor inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διίδμεναι — διαείδω 1 discern perf inf act (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίοιδε — διαείδω 1 discern perf ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”